Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Μέσα στις φλέβες μου είσαι...


Φωνή του λαού και του καιρού του ο Γιάννης Ρίτσος, ο πιο πολυτραγουδισμένος Ελληνας ποιητής, ενέπνευσε δεκάδες μουσικούς δημιουργούς


Σαν αρτεσιανό νερό ξεπήδησε η μελωδία μέσα από την ποίηση του πιο πολυτραγουδισμένου Ελληνα ποιητή. Ισως γιατί η μελωδία ήδη έρεε μέσα στις φλέβες του έργου του, πολύ πριν οι στίχοι του συναντηθούν με τη μουσική έμπνευση μεγάλων Ελλήνων συνθετών, με πρώτο τον Μίκη Θεοδωράκη.
Φωνή του λαού και του καιρού του, ο Γ. Ρίτσος από το λαό πήρε τα πρώτα του μαθήματα. Παιδί ακόμα στην επαρχία έζησε τα πανηγύρια του αγροτικού κόσμου - «έβλεπα κι άκουγα τα τραγούδια τους, τους καλαματιανούς, τους νησιώτικους, άκουγα και τους τσάμικους και τους χόρευα. Από κει πήρα λοιπόν τα μαθήματα. Κατ΄ ευθείαν από το λαό. Κι από εκεί έμαθα και τη γλώσσα. Δεν μίλησα τη γλώσσα των αριστοκρατών, μίλησα τη γλώσσα του λαού», έλεγε στον «Ριζοσπάστη» το 1987. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι έγραψε σε δεκαπεντασύλλαβο κορυφαία έργα του, όπως τον «Επιτάφιο» ή τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».
Αρχή με τον «Επιτάφιο»

Κι όταν η μεγάλη ποίησή του, που ύμνησε τον άνθρωπο, την ομορφιά, την επανάσταση, αγγίζοντας όλες τις χορδές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ενέπνευσε άξιους μουσικούς δημιουργούς, μετουσιώθηκε σε ορμητικό ποτάμι, που πλημμύρισε θέατρα, δρόμους, γήπεδα. Τα μελοποιημένα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου έγιναν λάβαρα αντίστασης, αγώνα, ελπίδας, κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, συντροφεύοντας γενιές και γενιές, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. «Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ' όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μία στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι», αναφέρει ο Μ. Θεοδωράκης, που με τη μελοποίηση του «Επιτάφιου» ανοίγει το συναρπαστικό δρόμο της μελοποιημένης ποίησης. Ο ίδιος ο συνθέτης, αναφερόμενος στον «Επιτάφιο» δηλώνει το 1960: «Δεν νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερη δόξα για έναν ποιητή - ακόμα και τον πιο μεγάλο - από το να τραγουδιέται από το λαό».



Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γροικάς τά που πικρά σου λέω;

(...)

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, π' αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης (...)

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.

Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Μέσα στο σκληρό Μάη του 1936 γεννήθηκε ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου, το έργο, που μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη, θα σφραγίσει τον ελληνικό μουσικό πολιτισμό. Ο ποιητής, αντικρίζοντας στον «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία της χαροκαμένης μάνας που θρηνούσε το σκοτωμένο παιδί της - θύμα της βίαιης καταστολής της απεργίας των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη - γράφει το συγκλονιστικό αυτό έργο, που είκοσι τέσσερα χρόνια μετά άνοιξε το δρόμο στη μελοποιημένη ποίηση. Το μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της, στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο του Γ. Ρίτσου, μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία και εξέγερση. Το 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης, στο Παρίσι, παίρνει στα χέρια του την επανέκδοση του «Επιταφίου» με την αφιέρωση του ποιητή: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός». Η μελοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του έργου γίνεται μια βροχερή μέρα, μέσα στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο του συνθέτη...Η ιδιότητά του, του έντεχνου μουσικού δημιουργού, δεν εμπόδισε τον Μίκη Θεοδωράκη να μπει στην περιοχή της λαϊκής μας παράδοσης, «χωρίς», όπως ο ίδιος λέει, «να τη μεταχειριστώ σαν παρατηρητής που διαλέγει, ταξινομεί και επεξεργάζεται εν ψυχρώ το υλικό του. Θυμάμαι ότι έλαβα τον Επιτάφιο στο Παρίσι, από τον ίδιο τον Ρίτσο. Ευθύς μόλις τον διάβασα, άρχισα να γράφω τα τραγούδια, αυθόρμητα, δίχως καμιά ανάγκη, καμιά πρόθεση θα έλεγα. Και η μουσική βγήκε αυτή που βγήκε: λαϊκή. Γιατί, άραγε; Κατ' αρχήν, νομίζω από την ανάγκη να παρακολουθήσω την ίδια διαδικασία με τον Ρίτσο, καθώς παίρνει τους αρμούς, τα δυνατά στοιχεία από τα μοιρολόγια και τη δημοτική μας ποίηση και - όντας πάντοτε Ρίτσος - θέλει να είναι συνάμα ο οποιοσδήποτε λαϊκός ποιητής, η οποιαδήποτε χαροκαμένη μάνα, η λαϊκή μούσα»! Ο Θεοδωράκης επιλέγει τη φόρμα της καθαρά λαϊκής μουσικής και τους λαϊκούς ρυθμούς - το μπουζούκι του Χιώτη και τη φωνή του Μπιθικώτση. «Πού πέταξε τ' αγόρι μου», «Χείλι μου μοσκομύριστο», «Μέρα μαγιού», «Βασίλεψες, αστέρι μου»... Η πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα γίνεται στις 5 Οκτώβρη του 1960, στην Ελευσίνα, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο «Επιτάφιος» συγκλονίζει και γίνεται η αφετηρία μιας ολόκληρης περιόδου του νέου λαϊκού ελληνικού πολιτισμού, καθώς το έργο ανοίγει το δρόμο όπου θα «συναντηθούν» και άλλοι μεγάλοι ποιητές και συνθέτες, για να υμνήσουν διαφορετικές στιγμές της Ιστορίας του λαϊκού κινήματος στον τόπο μας. Το έργο κυκλοφόρησε σε τρεις εκδόσεις. Δύο, το 1960, η μία σε διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και σολίστ στο μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη και η άλλη σε διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι, με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το 1963 έγινε η τρίτη με Θεοδωράκη - Χιώτη και ερμηνεύτρια την Μαίρη Λίντα.

Τραγούδια - λάβαρα αγώνα
Με τον Χρήστο Λεοντή το 1963
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτω από ξένα βήματα

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο...

Σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και εξορίας του ποιητή, στο διάστημα 1945 - 1947 γράφεται η μεγάλη ποιητική σύνθεση «Ρωμιοσύνη». Το σπουδαίο αυτό έργο μελοποιήθηκε από τον Μ. Θεοδωράκη το 1966, μέσα σ' ένα βράδυ στο σπίτι του στη Ν. Σμύρνη, «μονορούφι» όπως ο ίδιος λέει, μετά από άγριο ξυλοδαρμό του από την Αστυνομία. Ο κύκλος τραγουδιών αφιερωμένων στην Εθνική Αντίσταση, όπως «Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό...», «Ολοι διψάνε», «Οταν σφίγγουν το χέρι», «Θα σημάνουν οι καμπάνες», ένωσε για άλλη μια φορά τον Μίκη Θεοδωράκη με την ποιητική δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου. «Οταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος έμεινε άφωνος», έλεγε αργότερα ο συνθέτης. «Ακούγοντας τη Ρωμιοσύνη του Μίκη Θεοδωράκη» - έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος - «ένιωσα την ανάγκη να εκφράσω ανεπιφύλακτα και απροφύλακτα, όχι πια τη γνώμη μου, αλλά τον ενθουσιασμό, τη συγκίνηση, τη μέθη που μας δίνει ένα μεγάλο έργο τέχνης, ή σωστότερα ένα αληθινό έργο τέχνης - αυτή τη βαθιά, ανεξήγητη, ανεξέλεγκτη συγκίνηση, αυτή την ευφορία, τη μυστική ανανέωση της πίστης στις ανθρώπινες και ανθρωπιστικές δυνατότητες της τέχνης, την αναζωπύρωση μιας αόριστης εμπιστοσύνης στη γη, στον άνθρωπο, στη ζωή και ειδικότερα στη φυλή, στο έθνος, στο λαό μας»... «Ενιωσα ακόμα πως σ' αυτή τη σύνθεση του Θεοδωράκη η νεοελληνική μας μουσική (που την αποκαλούν με το δήθεν οξύμωρο: έντεχνη - λαϊκή) έχει ξεπεράσει το στάδιο της προσπάθειας για τη συντήρηση ορισμένων άξιων ελληνικών παραδόσεων (βυζαντινών, δημοτικών, λαϊκών), έχει ξεπεράσει το στάδιο της ηθελημένης αναπαραγωγής και συνειδητής απομίμησης καθιερωμένων και τυπικών μοτίβων ή και μορφών (αυτό που ονομάζουμε φιλολαϊκό ή λαϊκίστικο), έχει ξεπεράσει ακόμα το στάδιο μιας απλής από συνήθεια επιβίωσης μελωδικών τρόπων και κινείται στην περιοχή μιας απ' την αρχή κι από την αίσθηση αναβίωσης του ελληνικού χώρου, του λαϊκού χαρακτήρα σε ήθος και σε ύφος, πέρα απ' την έννοια μιας όποιας στατικής ηθογραφικότητας»... «Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο "Κεντρικό", που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη "Ρωμιοσύνη"», αναφέρει ο Μ. Θεοδωράκης. Το καλοκαίρι του '66 η «Ρωμιοσύνη» πλημμυρίζει το γήπεδο της ΑΕΚ, στη Ν. Φιλαδέλφεια, στην πρώτη λαϊκή συναυλία σε ανοιχτό χώρο. «Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε για να εμποδίσει το λαό να 'ρθει να μας ακούσει...». Η «Ρωμιοσύνη» γίνεται ο ύμνος της πάλης ενός λαού που σφαδάζει στη δίνη των καιρών, ανάμεσα στις συμπληγάδες της φανερής και μυστικής τρομοκρατίας.



Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις

εκεί που πάει να σκύψει

με το σουγιά στο κόκκαλο

με το λουρί στο σβέρκο

Νάτη πετιέται από ξαρχής

κι αντριεύει και θεριεύει

και καμακώνει το θεριό

με το καμάκι του ήλιου

Μέσα σε μια μέρα, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1968, στην καρδιά της δικτατορίας, ο εξόριστος Γιάννης Ρίτσος, στο Παρθένι της Λέρου, γράφει τα δεκαέξι από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας». Είχε προηγηθεί κρυφό μήνυμα του εξόριστου στη Ζάτουνα Μ. Θεοδωράκη, που ήθελε να μελοποιήσει ανέκδοτο έργο του ποιητή. Το χρονικό του έργου περιγράφει ο ίδιος ο Γ. Ρίτσος, το 1973: «Τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, εκτός απ' το 16 και 17, γράφτηκαν σε μια μέρα - στις 16 του Σεπτέμβρη του 1968 - στο Παρθένι της Λέρου, ύστερ' από μήνυμα του Μίκη Θεοδωράκη με την παράκληση να μελοποιήσει κάτι δικό μου ανέκδοτο. Τα ξαναδούλεψα στο Καρλόβασι της Σάμου το Νοέμβρη του 1969. Το 16 και 17 γράφτηκαν την Πρωτομαγιά του 1970. Το 7 αλλάχτηκε ριζικά το Γενάρη του 1973. Δε σκόπευα να δημοσιεύσω τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα κι είχα ζητήσει να μη μεταφραστούν και εκδοθούν, παρά μόνο να τραγουδηθούν. Αλλά, να, που τα περισσότερα δημοσιεύτηκαν κιόλας σε διάφορα ντόπια και ξένα περιοδικά κ' έχουν γίνει δύο γαλλικές μεταφράσεις (...) και δεν ξέρω σε πόσες άλλες γλώσσες... Ετσι, δεν υπάρχει πια λόγος να επιμείνω στην αρχική μου απόφαση. Και τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα είναι αφιερωμένα στον Μίκη Θεοδωράκη». Μικρά στιγμιότυπα του χώρου, των ανθρώπων και της ιστορικής μνήμης αποτυπώνονται στην ποιητική σύνθεση, που μελοποιήθηκε στο εξωτερικό και υπήρξε το πρώτο μουσικό έργο του συνθέτη που κυκλοφόρησε αμέσως μετά τη δικτατορία. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 17/1/73 στο «Αλμπερτ Χολ» του Λονδίνου, ενώ η πρώτη ηχογράφησή του έγινε στο Παρίσι, το 1973, με ερμηνευτές τους Μαρία Φαραντούρη, Πέτρο Πανδή, Αφροδίτη Μάνου και Αχ. Κωστούλη. Τα πολυτραγουδισμένα «Λιανοτράγουδα» γνώρισαν κι άλλες ηχογραφήσεις με τους Γιώργο Νταλάρα, Αντώνη Καλογιάννη, Μαρία Δημητριάδη.

Καπνισμένο τσουκάλι στις γειτονιές του κόσμου
Στη Μονεμβάσια το 1983
Ετσι μικρό ήταν τ' όνειρό μας

Μα τούτο τ' όνειρο ήταν τ' όνειρο

όλων των πεινασμένων και των αδικημένων.

Κι οι πεινασμένοι ήταν πολλοί

κι οι αδικημένοι ήταν πολλοί

και τ' όνειρο μεγάλωνε σιγά-σιγά.

Μεγάλωνε πάντοτε

το ίδιο στρογγυλό σαν το ψωμί

και το ίδιο στρογγυλό και σαν τον ήλιο

και το ίδιο στρογγυλό και σαν τη γη

και το ίδιο στρογγυλό σαν τον ορίζοντα.

Ετούτο τ' όνειρο των πεινασμένων,

τ' όνειρο των αδικημένων όλου του κόσμου.

Οι «Γειτονιές του κόσμου» γράφτηκαν από τον Γιάννη Ρίτσο τη χρονιά της ήττας, στα 1949. Είναι η μεγάλη τοιχογραφία της αντίστασης, του Δεκέμβρη και του αγώνα του ΔΣΕ στις πόλεις, αλλά και στους τόπους εξορίας. Σ' αυτή την επική τοιχογραφία του αποτύπωσε ποιητικά την εποποιία της αντίστασης του λαού της Αθήνας, τον αιματοβαμμένο Δεκέμβρη του 1944. Ο Μ. Θεοδωράκης μελοποίησε εκτεταμένα αποσπάσματα της μεγάλης αυτής ποιητικής σύνθεσης το 1978. Ενα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε ο δίσκος με ερμηνευτές τους Μαρία Φαραντούρη και Γιάννη Θωμόπουλο, με τη συμμετοχή της Χορωδίας της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου και απαγγελία του Γ. Ρίτσου. Σ' αυτήν τη δημιουργική κατάθεση ποιητή και συνθέτη εξυμνείται, δοξάζεται ένα ιστορικό γεγονός, κρατώντας ζωντανή, επίσης, στη συλλογική μνήμη, την ένοπλη επέμβαση των Βρετανών και της ντόπιας αστικής τάξης ενάντια στο ΚΚΕ, στο ΕΑΜ και το λαϊκό κίνημα, το 1944.

Μια άλλη συναρπαστική «συνάντηση» του Μ. Θεοδωράκη με τον ποιητή της Ρωμιοσύνης γίνεται στο πεδίο της λόγιας μουσικής, με την «Εβδομη Συμφωνία» του («Εαρινή Συμφωνία», «Το εμβατήριο του ωκεανού», «Η κυρά των αμπελιών»).

Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά

Καταλαβαινόμαστε τώρα, δε χρειάζονται περισσότερα

Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.

Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος σ' όλες τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη

Ετσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,

"Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα"

Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο.

Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο./(...) («Καπνισμένο Τσουκάλι»)

Ηταν το 1975 όταν ο Χρήστος Λεοντής παρουσιάζει μια από τις σπουδαιότερες μελοποιήσεις που είδαν ποτέ το φως στο ελληνικό τραγούδι, το «Καπνισμένο Τσουκάλι» σε ποίηση Γ. Ρίτσου («Columbia»). Μάλιστα, ο ποιητής παίρνει ενεργά μέρος στο δίσκο, απαγγέλλοντας με συγκλονιστικό τρόπο αποσπάσματα από το ποίημα, ακόμη και κατά τη διάρκεια των τραγουδιών. Ο Γ. Ρίτσος έγραψε το «Καπνισμένο Τσουκάλι» το 1948, στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων, στο Κοντοπούλι Λήμνου. Οι σκέψεις, τα λόγια του, τα μηνύματά του είναι συγκλονιστικά και πάντα επίκαιρα. Για τον συνθέτη, «ο Γιάννης Ρίτσος, ένα από τα στολίδια του ελληνισμού και της παγκόσμιας ποίησης, είναι ένα σημείο αναφοράς για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, για όσους διαπνέονται από ανθρωπισμό και αξίες...Στην προσωπική μου περίπτωση έχει παίξει σπουδαιότατο ρόλο στο να διαμορφώσω μιαν αντίληψη για τη χρησιμοποίηση της ποίησης στο τραγούδι και μάλιστα στο λαϊκό τραγούδι. Η βοήθειά του υπήρξε μοναδική σε μια περίοδο της ζωής μου όπου μαζί με το λαό προσπαθούσα να εκφράσω τα αισθήματά μου, την αγωνία μου και τον αγώνα μου. Αυτό το στήριγμα το βρήκα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και συγκεκριμένα στο "Καπνισμένο Τσουκάλι". Τον ευγνωμονώ». Το εξαιρετικό αυτό έργο, που στηρίζεται σε όργανα όλων των ειδών, από παραδοσιακά μέχρι κλασικά, σφραγίστηκε από την ερμηνεία του κορυφαίου Νίκου Ξυλούρη. Στο δίσκο επίσης τραγουδούν η Τάνια Τσανακλίδου και ο Βασίλης Μπαρνής. «Αυτά τα κόκκινα σημάδια», «Και να αδερφέ μου», «Τούτες τις μέρες» είναι κάποια από τα τραγούδια που μέχρι σήμερα σκορπούν ρίγη συγκίνησης.

«...κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους που δε σηκώνει τ' άδικο...»

(...)

Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.

Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.

Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό

σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.

Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,

ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,

κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους

που δε σηκώνει τ' άδικο

Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο

στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,

σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,

με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε. (...)

Λάτρης «της ποίησης, της στάσης και του ήθους» του Γιάννη Ρίτσου, ο Θάνος Μικρούτσικος έχει μελοποιήσει ποιήματά του σε διαφορετικές εποχές και με διαφορετικό τρόπο, από τραγούδια μέχρι όπερα. Η αρχή έγινε το 1976 με το δίσκο «Καντάτα για τη Μακρόνησο / Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι» («Lyra»), σε ποίηση Γ. Ρίτσου και Β. Μαγιακόφσκι (σε μετάφραση Γ. Ρίτσου). Εργο πρωτοποριακό για την εποχή του, όπου ο συνθέτης πειραματίζεται πάνω στην ατονική μουσική και βασισμένο πάνω στο συγκλονιστικό λόγο του ποιητή (από τον «Πέτρινο Χρόνο», 1949), η «Καντάτα για τη Μακρόνησο» γνώρισε διεθνείς διακρίσεις και σημαδεύτηκε από την καταπληκτική ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη. Στα χορικά συμμετείχε ομάδα δέκα ηθοποιών και τραγουδιστών (Σάκης Μπουλάς, Αφροδίτη Μάνου, Γιάννης Ζουγανέλης, Γιώργος Μιχαηλίδης κ.ά.) - απαγγελία: Γιώργος Κιμούλης. Ακολουθούν το 1978, τα «Τραγούδια της Λευτεριάς» («Lyra»), στα οποία περιλαμβάνονται και τραγούδια σε ποίηση Ρίτσου (ερμηνεία: Μ. Δημητριάδη), η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» (κύκλος τραγουδιών που γράφτηκε την περίοδο 1979 - 1981), με ερμηνευτή αρχικά τον αξέχαστο βαθύφωνο Φραγκίσκο Βουτσίνο και αργότερα τον Κώστα Θωμαΐδη. Η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» (για φωνή και πιάνο, σε ερμηνεία του Κ. Θωμαΐδη) περιλαμβάνεται στο δίσκο «Σχοινοβάτης», που κυκλοφόρησε το 2004 («MINOS EMI») και περιέχει επίσης τα έργα «Δελτίο Ειδήσεων» (1973 - 1974) και Κιγκλίδωμα ΙΙ (1973 - 2003) - στο τελευταίο εξαιρετική η ερμηνεία της Γεωργίας Συλλαίου. Το 1999, ο Θ. Μικρούτσικος παρουσίασε την όπερα «Η Επιστροφή Της Ελένης» (ΕΜΙ), με αποσπάσματα από ποιήματα του Γ. Ρίτσου (1992 - 1993). «Ανεπιφύλακτα δηλώνω ότι ο Ρίτσος είναι ο δάσκαλός μου. Με ατέλειωτες συναντήσεις και συζητήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του '70, μου δίδαξε τα πάντα γύρω από την Τέχνη και μου έλυσε απορίες που ως νέος καλλιτέχνης αριστερός και πειραματιστής είχα εκείνη την εποχή. Μου δίδαξε πως είναι νόμιμο να μιλώ με την τέχνη μου για όσα με καίνε, αλλά πάντοτε να το κάνω με σύγχρονο τρόπο. Μου δίδαξε ότι η φόρμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιεχόμενο», αναφέρει ο συνθέτης. Καρπό της διαχρονικής εμμονής και ενασχόλησης του Θ. Μικρούτσικου με την ποίηση του Γ. Ρίτσου, αποτελεί το CD «Γιάννης Ρίτσος. Του απείρου εραστής», σε παραγωγή του συνθέτη (κυκλοφόρησε από τη «His Master's Voice»), που αναφέρει: «Το CD ήταν για μένα ένα μεγάλο χρέος. Ο Γ. Ρίτσος είναι υπόδειγμα καλλιτέχνη όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και με έχει ταράξει το γεγονός ότι ο μέγιστος αυτός ποιητής, που μαζί με τον Καβάφη - κατά την ταπεινή μου άποψη - είναι οι δυο μεγαλύτεροι Ελληνες ποιητές του 20ού αιώνα, ήταν κυριολεκτικά θαμμένος επί 27 χρόνια από το σύστημα που κατέτασσε τις αξίες στην Ελλάδα». Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ηχητικό ντοκουμέντο με «οδηγό» τη φωνή του Γιάννη Ρίτσου, που απαγγέλλει ποιήματά του, προσωπικά, αγωνιστικά, ποιήματα με φιλοσοφική διάθεση, τα οποία συνδέει με κείμενα - ξενάγηση στη ζωή του... Το θέμα της εισαγωγής παίζεται στο πιάνο από τον ίδιο τον ποιητή, ενώ σε κάποια κομμάτια η μουσική και οι ήχοι ήταν μιξαρισμένοι με τη φωνή του ποιητή στο υλικό που βρέθηκε στο αρχείο του. Ο Θ. Μικρούτσικος έγραψε κάποιες μελωδίες ειδικά για την έκδοση αυτή, που διακριτικά συνοδεύουν το λόγο, ενώ συμπεριέλαβε και μουσική από τα έργα του «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και «Επιστροφή της Ελένης».

Αμέτρητες μελοποιήσεις

Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, λυρική, ματωμένη, αγωνιστική, φιλοσοφική, λαϊκή, βαθιά ανθρώπινη, ενέπνευσε πολλούς ακόμη μουσικούς δημιουργούς, οι οποίοι μελοποίησαν ποιήματά του. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Νίκος Μαμαγκάκης έγραψε τον κύκλο τραγουδιών «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου» («Λύρα»), όπου περιλαμβάνονται τα: «Χρόνια σε περίμενα», «Ο τρύγος», «Χωρισμός», «Νυχτοπεντοζάλης», «Χειμωνιάτικη βραδιά», «Αϊντε και ντε», «Μαύρη και Γαλάζια Νύχτα» κ.ά. Τα τραγούδια ερμήνευαν οι Γιάννης Πουλόπουλος και Μαρία Δουράκη. Ο δίσκος ξανακυκλοφόρησε πριν δυόμισι χρόνια από την εταιρεία «Ιδαία», εμπλουτισμένος με δύο ακόμη τραγούδια τα οποία δεν είχαν μπει στην πρώτη έκδοση, λόγω λογοκρισίας. Συμμετέχουν: Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Μαρίνα Δακανάλη, Εύη Ανδριώτη. Την περίοδο 1989 - '90, ο Νίκος Μαμαγκάκης καταθέτει ένα άλλο έργο του, σε ποίηση Γ. Ρίτσου, αυτή τη φορά στο πεδίο της λόγιας μουσικής, την «Εαρινή Συμφωνία», έργο για ανδρική και γυναικεία φωνή, κιθάρα και έγχορδα.

Στίχους του Γ. Ρίτσου μελοποίησε και ο Δήμος Μούτσης, στην «Τετραλογία» (1975), μαζί με έργα Κ. Καβάφη, Κ. Καρυωτάκη και Γ. Σεφέρη. Ενα χρόνο αργότερα, το 1976, κυκλοφόρησε από τη «MINOS» ο πρώτος δίσκος του συνθέτη Μιχάλη Τερζή - σε ποίηση Γ. Ρίτσου - που είχε τίτλο «Υμνος και θρήνος για την Κύπρο». Ενα έργο όπου ο ποιητής «μιλά» για τις τραγικές επιπτώσεις από τη βάρβαρη εισβολή του Αττίλα στο νησί. Τα τραγούδια ερμήνευε ο Γιώργος Ζωγράφος, ενώ ενορχηστρωτής ήταν ο Τάσος Καρακατσάνης. Το 1981, ο Μάριος Τόκας ηχογραφεί στην «Columbia» το δίσκο «Πικραμένη μου γενιά», σε ποίηση Γ. Ρίτσου, με ερμηνευτή τον Λάκη Χαλκιά. Ενας εξαιρετικός δίσκος, με πολύ δυνατές στιγμές και ερμηνείες όπως τα «Η πικραμένη μου γενιά», «Την έρμη τη φτωχολογιά», «Δεν κλαίω γι' αυτά που μου 'χεις πάρει», «Ο χαμός του λεβέντη» κ.ά.

Δεκάδες είναι οι συνθέτες, που μελοποίησαν ποιήματα του Γ. Ρίτσου, καταθέτοντας αξιόλογα έργα λόγιας μουσικής. Από τον Αλέκο Ξένο, με τα έργα «Τ' όνειρο», «Ειρήνη», «Ωρα καλή», μέχρι τον Νικηφόρο Ρώτα με τη «Σερενάτα» και από τον Γιώργο Σισιλιάνο με την όπερα δωματίου «Η κυρία του σεληνόφωτος» και τα τραγούδια για φωνή και πιάνο μέχρι τους Θόδωρο Αντωνίου, Κωνσταντία Γουρζή, Γιώργο Μηνά, Σαράντη Κασσάρα, Γιώργο Κουρουπό, Ντίνο Κωνσταντινίδη, Δημήτρη Μαραγκόπουλο, Θανάση Νικόπουλο, Στάθη Ουλκέρογλου κ.ά. Κι από τον Νότη Μαυρουδή με το «Χαμό του λεβέντη» μέχρι τους Σόλωνα Μιχαηλίδη, Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, Σπύρο Σαμοΐλη, Μιχάλη Τερζή, Γιώργο Κοτσώνη, Γιάννη Ζουγανέλη κ.ά. Ο βάρδος των λαϊκών αγώνων, ο «απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου», που μέσα απ' τη δική του πληγή κοίταξε του κόσμου την πληγή και συνειδητά πορεύτηκε στο δρόμο του χρέους, αποτελεί αναμφίβολα τον πιο πολυτραγουδισμένο Ελληνα ποιητή. Μέσα στη σκοτεινιά της δικής μας εποχής το μελοποιημένο έργο του, αλλά και αυτό που ακόμα δεν έχει συναντηθεί με την έμπνευση νέων μουσικών δημιουργών, είναι άσβεστος φάρος.


Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ
Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια: